Κείμενο-απάντηση του Νίκου Μαζιώτη στα δημοσιεύματα για την εμπλοκή του σε ληστείες τραπεζών

Την Παρασκευή 11 Οκτωβρίου δημοσιοποιείται στο διαδίκτυο κείμενο δικό μου και της συντρόφισσας ΠόλαςΡούπα για τη δολοφονία του αντιφασίστα Παύλου Φύσσα από χρυσαυγίτες. Τρεις μέρες μετά κατ’ εντολή του ίδιου του Μαξίμου όπως ομολόγησαν κάποιοι δημοσιογράφοι και του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, τα ΜΜΕ παρουσιάζουν ότι εμπλέκομαι σε σειρά από ληστείες τραπεζών. Κάποια μάλιστα από τα ΜΜΕ μεταφέρουν την πληροφορία από τους διωκτικούς μηχανισμούς ότι «βρέθηκε αποτύπωμα» δικό μου στην εθνική τράπεζα των Μεθάνων. Στη συνέχεια παρουσιάζουν πλάνα από βιντεοσκοπήσεις σε δυο τράπεζες -στα Μέθανα και στο Βελεστίνο- και ισχυρίζονται ότι ήμουν και εγώ εκεί. Ακολουθεί η αναφορά μιας σειράς άλλων ληστειών σε τράπεζες, στις οποίες κατά τα λεγόμενά τους συμμετέχω σε όλες. Μετά από μερικές μέρες, νέα δημοσιεύματα με εμφανίζουν να σχετίζομαι, να συνεργάζομαι και να «κρύβομαι» μαζί με άλλον καταζητούμενο.

 Το γεγονός ότι εδώ και ενάμισι χρόνο έχω επιλέξει να είμαι στην παρανομία, δεν σημαίνει ότι θα δεχτώ το γεγονός ότι το κράτος εκμεταλλεύεται αυτή την συνθήκη για να με φωτογραφίζειχωρίς στοιχεία φυσικά,μέσω των ΜΜΕ λίγο πολύ ως υπεύθυνο για διάφορες ενέργειες, από την επίθεση στα γραφεία της ΝΔ στην Συγγρού, στην τοποθέτηση της βόμβας στο Mallέως τις συγκεκριμένες ληστείες τραπεζών. Αυτή τη φορά για πρώτη φορά παρουσιάζονται και «στοιχεία» που «ταυτοποιούν» την παρουσία μου σε συγκεκριμένα γεγονότα, καθιστώντας αναγκαίο πλέον να τοποθετηθώ δημόσια. Και επισημαίνω πως αυτή τη φορά η «ταυτοποίηση» της συμμετοχής μου σε αυτά που μου καταλογίζουν, αφορά μια ευρύτερη πολιτική κατάσταση που διαμορφώνεται από την κυβέρνηση.

 Κάποιοι από τους δημοσιογράφους τηλεοπτικών καναλιών και εφημερίδων μιλούσαν γενικώς για «ταυτοποίηση», κάποιοι για «ταυτοποίηση από κάμερες» και κάποιοι άλλοι για «ανεύρεση αποτυπώματος» δικού μου στην εθνική τράπεζα των Μεθάνων.Κάποιοι μίλησαν και για εμπλοκή της συντρόφισσας Ρούπα σε μια από αυτές τις ληστείες, για να την διαψεύσουν μετά κάποιοι άλλοι. Θα αφήσω στην άκρη την «περίεργη» αυτή «σύγχυση» που αρχικά τουλάχιστον επικράτησε στη διαδικασία προβολής της κατασταλτικής προπαγάνδας, την ευθύνη της οποίας την έχει το ίδιο το υπουργείο Δημόσιας Τάξης αφού δεν φρόντισε από την αρχή να συντονίσει τους δημοσιογράφους που έκαναν εντεταλμένη υπηρεσία, για να μείνω στο σημείο που φαίνεται ως «πιο πειστικόστοιχείο» για τους ισχυρισμούς των κατασταλτικών μηχανισμών: το αποτύπωμα.

Πώς γίνεται να παρουσιάζεται 3 περίπου μήνες μετά την συγκεκριμένη ληστεία στα Μέθανα που έγινε στις 25 Ιουλίου αυτό το αποτύπωμα, όταν είναι γνωστό ότι η ανεύρεση αποτυπώματος από τα εργαστήρια της αστυνομίας γίνεται μέσα σε λίγες ώρες; Αν είχε βρεθεί τότε δικό μου αποτύπωμα -του «υπ’ αριθμόν 1 καταζητούμενου» όπως με αποκαλούν-, γιατί δεν το δημοσιοποίησαν τότε και το κάνουν τώρα αφού όπως έχουν ήδη δημοσιοποιήσει, αυτές οι συγκεκριμένες ληστείες στις οποίες δίνουν μεγάλη βαρύτητα στις έρευνες, έχουν «άρωμα τρομοκρατίας» και γίνονται για την τροφοδότηση «επαναστατικού ταμείου» κατά την εκτίμησήτους; Δεν είναι η πρώτη φορά που η κρατική προπαγάνδα μιλά για «επαναστατικό ταμείο». Η πρώτη φορά ήταν το 2005 κατά την διάρκεια της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα όταν είχε βγει το θεώρημα ότι ο Επαναστατικός Αγώνας χρηματοδοτούνταν από την λεγόμενη «συμμορία των ληστών με τα μαύρα», πράγμα που ποτέ δεν αποδείχτηκε ακόμα και μετά τις συλλήψεις μας.

Οι πραγματικές αιτίες της προπαγανδιστικής επίθεσης του κράτους εναντίον μου και εναντίον φυσικά και της συντρόφισσας Ρούπα,έχουν καθαρά πολιτικό υπόβαθρο αφού δεν είμαστε κοινοί παράνομοι, αλλά καταδικασμένοι για την συμμετοχή μας στην ένοπλη επαναστατική οργάνωση Επαναστατικός Αγώνας, για την οποία συμμετοχή μας είμαστε υπερήφανοι και την υπερασπιστήκαμε πολιτικά δημόσια, αλλά και μπροστά στο δικαστήριο.Αν ήμασταν κοινοί παράνομοι ή «κοινοί ληστές», το κράτος από ένα σημείο και μετά δεν θα ασχολιόταν μαζί μας. Αντιθέτως, επειδή είμαστε καταδικασμένοι για τον Επαναστατικό Αγώνα και επειδή εξακολουθούμε να υπερασπιζόμαστε την αναγκαιότητα του ένοπλου αγώνα και τηςκοινωνικής Επανάστασης με την χρήση και του ένοπλου αγώνα, καθίσταται ως βασική προτεραιότητα για την κυβέρνηση μέσα στο υπάρχον ρευστό πολιτικό και κοινωνικό πεδίο ο εντοπισμός και η σύλληψή μας.

Για όσους από τους αισχρούς δημοσιογράφους καλοθελητές της κρατικής προπαγάνδας  ισχυρίζονταιότι η εμπλοκή μου σε αυτές τις ληστείες «αποδομούν το αγωνιστικό μου πρόσωπο»-πράγμα που σημαίνει ότι έχω ήδη κατοχυρωμένο ένα τέτοιο αγωνιστικό προφίλ στα μάτια τμήματος τουλάχιστον της κοινωνίας, γεγονός που και οι διώκτες μου αποδέχονται-δηλώνω πως ούτε έχω κανένα πρόβλημα με αυτές τις πρακτικές αφού πρόκειται για λεφτά τραπεζιτών ούτε πιστεύω πως θα μείωνε σε τίποτα τον συνολικό μου αγώνα μια τέτοια μορφή δράσης. Ειδικά αν, όπως επαναλαμβάνουν τα κρατικά φερέφωνα των ΜΜΕ, αυτά τα χρήματα προορίζονται για την ανάπτυξη ένοπλου επαναστατικού αγώνα ο οποίος στοχεύει στην κοινωνική απελευθέρωση, περίπτωση στην οποία μιλάμε πλέον για απαλλοτρίωση χρημάτων από τους ληστές-τραπεζίτες και επαναφορά τους στον λαό απ’ όπου κλάπηκαν μέσω του αγώνα για την κοινωνική Επανάσταση. Με δυο λόγια δεν θα είχα κανένα ηθικό ή πολιτικό λόγο να αρνηθώ τη συμμετοχή μου σε τέτοιου είδους γεγονότα.Όπως επίσης, πιστεύω πως είναι σαφές πως δεν θα επιβάρυναν στο ελάχιστο την κατάστασή μου σε ποινικό επίπεδο οι συγκεκριμένες κατηγορίες, αφού έχω ήδη καταδικαστεί σε 50 χρόνια φυλακή για τη συμμετοχή μου στον Επαναστατικό Αγώνα, συμμετοχή για την οποία από την αρχή της σύλληψής μου έχω αναλάβει την πολιτική ευθύνη.

Επειδή όμως σε αυτή την οργανωμένη κρατική προπαγάνδα διακρίνω σειρά σκοπιμοτήτων που υπερβαίνουν κατά πολύ την ανάγκη από το κράτος εμπλοκής μου σε αυτές τις δραστηριότητες, οφείλω να απαντήσω και να μιλήσω για την βαθύτερη σκοπιμότητα αυτής της ιστορίας.

   Μέσα στην ίδια την κρατική προπαγάνδα όπως την παρουσίαζαν όλα σχεδόν τα ΜΜΕ, το κείμενό μας για τη δολοφονία Φύσσα έπαιξε βαρύνουσα σημασία, καθώς «προανήγγειλε επιθέσεις», όπως ειπώθηκε, δείχνοντας απροκάλυπτα την αγωνία της κυβέρνησης για το επέκεινα. Με άλλα λόγια, η απάντηση του κράτους σε αυτό το κείμενο ήταν η συγκεκριμένη διευρυμένη προπαγάνδα.

 Είναι προφανές -ακόμη και κάποιοι ελάχιστοι δημοσιογράφοι αμφισβήτησαν εμμέσως το «στοιχείο» με το αποτύπωμα, διερωτώμενοι «γιατί γίνεται αυτό τώρα»-πως υπάρχει σκοπιμότητα πίσω από αυτή την ιστορία και επειδή είμαι πολιτικό ον, η σκοπιμότητα δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική. Το τελευταίο κείμενο προφανώς ενόχλησε ιδιαιτέρως την κυβέρνηση, αλλά σίγουρα όχι γιατί «προανήγγειλε χτυπήματα». Και η βασική επιχειρηματολογία για αυτό ήταν μια αναφορά μας στον ένοπλο αγώνα. Από τη στιγμή όμως που η ΠόλαΡούπα και εγώ την θέση μας για τον ένοπλο αγώνα την διατυπώνουμε επανειλημμένα δημοσίως από τότε που αναλάβαμε την πολιτική ευθύνη για συμμετοχή στον Επαναστατικό Αγώνα -αυτό κάναμε συνεχώς και μέσα στη δικαστική αίθουσα- και μάλιστα πολύ πιο αναλυτικά από ότι στο συγκεκριμένο κείμενο, γιατί τώρα γίνεται «τόσο απειλητικό»;Τα χτυπήματα εξάλλου, δεν προαναγγέλλονται. Γίνονται. Αλλού βρίσκεται το πρόβλημα.

 Το συγκεκριμένο κείμενο είχε τρεις στοχεύσεις: Πρώτον, να συμβάλει στην ανάδειξη της αλήθειας για το φασισμό και την Χρυσή Αυγή, ότι δεν πρόκειται για αντισυστημικό φαινόμενο, αλλά για συστημικό και ότι υπεύθυνοι για την ανάπτυξή του είναι η πολιτική και οικονομική εξουσία. Δεύτερον, να συμβάλει στην αποδόμηση του «αντιφασιστικού» προφίλ που φτιάχνει η κυβέρνηση και ο Σαμαράςκαι να σαμποτάρει την κυβερνητική προσπάθεια να χρησιμοποιήσει το χτύπημα στους χρυσαυγίτες για τον περαιτέρω κρατικό εκφασισμό. Και τρίτον, να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός επαναστατικού κινήματος, ως η μόνη απάντηση στο σύστημα και το φασισμό που το ίδιο γεννά.

 Τι ενόχλησε περισσότερο από όλα αυτά; Κατά την άποψή μου η επαναστατική προοπτική που το κείμενο έβαζε ως δια ταύτα. Και αυτό είναι που εντάσσει αυτή την κίνηση της κρατικής προπαγάνδας αναφορικά με το πρόσωπό μου, μέσα στα κυρίαρχα σήμερα πολιτικά πλαίσια κίνησης της κυβέρνησης: Τη θεωρία των «δυο άκρων», την θεωρία της «σύμπραξης ποινικών-πολιτικών» και της σύνδεσης «οργανωμένου εγκλήματος» και «τρομοκρατίας»,  την διακήρυξη από την κυβέρνηση του αδιάλλακτου σε κάθε μορφή όχι μόνο έμπρακτης, αλλά ακόμα και προφορικής επαναστατικής παρέμβασης. Μέσω της υπόθεσης της δήθεν εμπλοκής μου στις συγκεκριμένες ληστείες προσπαθούν να αποδομήσουν-ανεπιτυχώς- το αγωνιστικό μου προφίλ, να βασίσουν την παλιά προπαγάνδα περί σύνδεσης «οργανωμένου εγκλήματος» και τρομοκρατίας», να βασίσουν την θέση τους ότι καμία έκνομη δραστηριότητα δεν θα γίνει ανεκτή, είτε αυτή προέρχεται από την ακροδεξιά είτε από τους αναρχικούς και άλλους αριστερούς αντικαπιταλιστές εξομοιώνοντας δύο εκ διαμέτρου αντίθετα πράγματα, την βία της Χρυσής Αυγής που βασίστηκε στο ίδιο το κράτος και την αστυνομία, στην δική τους ανοχή και υποστήριξη όπως έλεγε και το κείμενο μας για την δολοφονία Φύσσα, και από την άλλη μεριά στον αγώνα ενάντια στο καθεστώς τους,τον καπιταλισμό,που εξέθρεψε το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής. Εξομοιώνουν έτσι τις βίαιες μαζικές λαϊκές διαδηλώσεις εναντίον του μνημονίου, την βίαιη αντίσταση των κατοίκων της Χαλκιδικής εναντίον της εξόρυξης χρυσού με την εγκληματική δράση των νεοναζί της Χρυσής Αυγής.

Μετά τις συλλήψεις για την Χρυσή Αυγή ο υπουργός Δημοσίας Τάξης προανήγγειλε νομοθετικές μεταρρυθμίσεις του «αντιτρομοκρατικού» άρθρου 187. Αυτές οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις σκοπό έχουν να πλήξουν όχι φυσικά την Χρυσή Αυγή ή τους φασίστες συνολικότερα,αλλά περισσότερο τους αναρχικούς. Η θεωρία των «άοπλων ομάδων» που θα εντάσσονται στα πλαίσια του 187 περί συγκρότησης «τρομοκρατικής» ή «εγκληματικής» οργάνωσης σκοπό έχει να πλήξει τους αναρχικούς και τον ευρύτερο αντικαπιταλιστικό χώρο και όσους προπαγανδίζουν την ιδέα της ανατροπής και της Επανάστασης. Άλλωστε οι πρόσφατες δηλώσεις τουΔένδιαπου τις έκανε παράλληλα με την προπαγάνδα που εξαπέλυε εναντίον μου μέσω των ΜΜΕ, ότι «υπάρχουν μερικές χιλιάδες που φλερτάρουν με την εσωτερική τρομοκρατία», -με αυτή τη φράση δεν εννοούσε τίποτα λιγότερο από την έμπρακτη ή ακόμα και λεκτική υποστήριξη της ανατροπής του συστήματος του καπιταλισμού, της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας-, αυτό αποδεικνύουν.Αυτές οι προσπάθειες εντάσσονται στην σταδιακή συγκρότηση ενός νομοθετικού ιδιώνυμου όπου η παραίνεση-όχι οι πράξεις- για ανατροπή και επανάσταση θα διώκεται ως «προτροπή για ανατροπή του πολιτεύματος» και οι εκφραστές της θα διώκονται ως «τρομοκράτες», συμβάλλοντας έτσι στην παγίωση του ολοκληρωτισμού και του φασισμού που ήδη έχει επιβληθεί στην χώρα μετά την επιβολή του μνημονίου από την υπερεθνική οικονομική και πολιτική ελίτ. Μέσα στο ίδιο σκεπτικό εντάσσονται και οι αμέσως επόμενες δηλώσεις του, ότι θα υπάρξει μηδενική ανοχή σε κάθε μορφή αντίστασης στις καθεστωτικές επιλογές και ότι θα διώκονται με τον ίδιο αδιάλλακτο τρόπο τα πάντα: από το γιαούρτωμα στους πολιτικούς, τις πέτρες και τις μολότοφ ως τις βόμβες. Και φυσικά, αυτές οι νέες διευρυμένες πολιτικές διώξεις εναντίον του «εσωτερικού εχθρού» που προαναγγέλλει, βρίσκουν σύμφωνους όσους βρίσκονται στο φάσμα της άκρας δεξιάς συμπεριλαμβανομένου και τωνχρυσαυγιτών, αρκεί βέβαια, να μην αφορά τους ίδιους, καθώς η κυβέρνηση δίνει διαπιστευτήρια της πρόθεσής της να εφαρμόσει η ίδια κάθε φασιστική πολιτική και να υλοποιήσει αυτή τις φασιστικές πρακτικές εναντίον των εχθρών του κράτους και του κεφαλαίου παίρνοντας τα ηνία από τους φασίστες και τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής. Η καταστολή των καταλήψεων, η πρόθεση του περιορισμού των διαδηλώσεων, η πρόθεση της ποινικοποίησης της κατοχής κονταριών και σημαιών στις διαδηλώσεις εξομοιώνοντάς τα με την κατοχή όπλων (άοπλες ομάδες) μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται.

Το ολοκληρωτικό σάρωμα οποιουδήποτε αντιστέκεται, οποιουδήποτε διαφωνεί με την κυρίαρχη πολιτική της υπερεθνικής ελίτ, οιδιαρροές για ενδεχόμενεςδιώξειςακόμα και εναντίον μελών συστημικών κοινοβουλευτικών κομμάτων όπως του Σύριζα, που είναι υποστηρικτές ενός καπιταλισμού με πιο «ανθρώπινο» πρόσωπο-πράγμα βέβαια, ουτοπικό-, εντάσσονται μέσα στα πλαίσια του κρατικού εκφασισμού. Άλλωστε το σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα του Σύριζα – όπως και κάθε οικονομικό μοντέλο που βασίζεται στον κεϋνσιανισμό -, καθώς και το πρόγραμμα του ΚΚΕ θεωρούνται ουσιαστικά παράνομα από τη νεοφιλελεύθερη Ευρωπαϊκή Ένωση μετά την συνθήκη του Μάαστριχτ. Πόσο μάλλον ένα επαναστατικό πρόγραμμα ανατροπής του καπιταλισμού και της οικονομίας της αγοράς και του κράτους, που με βίαιο τρόπο επιβάλλει τους ταξικούς και κοινωνικούς διαχωρισμούς.Και αν υποθέσουμε ότι η σημερινή κυβέρνηση καταφέρει να παραμείνει στην εξουσία, δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός για να δούμε τις ελληνικές και «δημοκρατικές» «νύχτες των κρυστάλλων», καθώς μετά τις όποιες δηλώσεις νομιμοφροσύνης στο καθεστώς και στις πολιτικές της υπερεθνικής ελίτ που θα απαιτήσει από όσους τις αμφισβητούν, θα διώκονται με την ίδια αδιαλλαξία πολιτικές θέσεις και απόψεις που επικρίνουν θεσμούς, δομές και πολιτικές του συστήματος.

 Αυτή η πολιτική εξέλιξη δεν μας εκπλήσσει. Έχουμε εδώ και καιρό καταγράψει ως μέλη του Επαναστατικού Αγώνα, καθώς και στο τελευταίο κείμενο που δημοσιεύσαμε, πως ο ολοκληρωτισμός του συστήματος είναι μια αναπόφευκτη και αναγκαία συνθήκη για να σταθεί εν μέσω μιας κρίσης που το τέλος της δεν είναι ορατό και ενώ η κοινωνική πλειοψηφία έχει πάψει εδώ και καιρό να συναινεί στις κυρίαρχες πολιτικές.

Μέσα λοιπόν σε αυτό το πλαίσιο, του πολέμου εναντίον όλων όσων θέλουν την καθεστωτική ανατροπή εντάσσεται η προσπάθεια εμπλοκής μου σε αυτές τις ληστείες. Θα τους διαβεβαιώσουμε ότι το γεγονός ότι είμαστε στην παρανομία δεν μας εμποδίζει καθόλου να απαντάμε στις βρωμιές τους αλλά και θα παρεμβαίνουμε πολιτικά με οποιονδήποτε τρόπο. Τέλος να σημειώσω δύο πράγματα για κάποιους δημοσιογράφους. Αποδεικνύουν την αισχρότητά τους όσοι ευθυγραμμιζόμενοι με ότι τους παραγγέλνουν οι αστυνομικοί, κάνουν αναφορά στο παιδί μας όπως και στην ηλικία του, ευελπιστώντας να αποτελέσει «το ευάλωτο για μας σημείο» όπως δηλώνουν, το οποίο θα οδηγήσει στον εντοπισμό μας μέσω φυσικά,ρουφιάνων. Η χυδαιότητα του Δένδια, των κατασταλτικών μηχανισμών και κάποιων δημοσιογράφων, έφτασε στο σημείο να καταστήσει καταζητούμενο το ίδιο μας το παιδί. Το δεύτερο είναι για την αποκατάσταση της αλήθειας που ακόμα και το ίδιο το κράτος μέσω του δικαστηρίου που μας καταδίκασεέχει παραδεχτεί. Σε όσους δημοσιογράφους εξακολουθούν και με αναφέρουν ως «αρχηγό» του Επαναστατικού Αγώνα και σύμφωνα με το πρόσφατο θεώρημά τους ότι είμαι «επικεφαλής» ομάδας που διαπράττει τις συγκεκριμένες ληστείες, θα ήθελα να τους υπενθυμίσω ότι το δικαστήριο που μας καταδίκασε σε 50 χρόνια κάθειρξη, παραδέχτηκε ότι μια αναρχική οργάνωση όπως ο Επαναστατικός Αγώνας δεν έχει αρχηγούς ούτε ιεραρχία καθώς η δομή του είναι οριζόντια, όπως είναι και η κοινωνική οργάνωση που προωθούν για το σύνολο της κοινωνίας, και με βάση αυτό το σκεπτικό μας απάλλαξε από την κατηγορία της αρχηγίας. Αυτά προς αποκατάσταση της αλήθειας.

Νίκος Μαζιώτης

Γράμμα των αναρχικών της υπόθεσης Βελβεντού εν όψει του δικαστηρίου

Στις 29 Νοέμβρη ορίστηκε το δικαστηριό μας σχετικά με την διπλή ληστεία στο Βελβενδό Κοζάνης. Η δίκη θα διεξαχθεί τελικά στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού και όχι -όπως αρχικά μας είχει ανακοινωθεί- στο Εφετείο στην οδό Λουκάρεως.

Το δικαστήριο, αυτό το ιερό μπουρδέλο της δικαιοσύνης, ανέκαθεν αποτελούσε τον χώρο όπου η κυρίαρχη τάξη -η εξουσία- ώφειλε να αποδείξει την κυριαρχία της απέναντι στους “παράνομους” αυτού του κράτους. Γι’ αυτό και ήταν μόνιμος βραχνάς το ζήτημα της αλληλεγγύης που προέκυπτε με τις υποθέσεις αναρχικών όπου οι μπάτσοι κάθε κατηγορίας, ΜΑΤ, ασφαλίτες, αντιτρομοκρατικάριοι, πασχίζουν να γεμίσουν τις αίθουσες μήπως κι έτσι εμποδίσουν την έκφρασή της. Μπροστά στην αποτυχία όμως, των πρακτικών αυτών και με εμφανή την ανησυχία τους για το πόσο “ασφαλείς” θα είναι οι μεταγωγές τους (από τις φυλακές στα δικαστήρια) μεγάλου αριθμού αναρχικών, βρήκαν τη λύση και στα δύο προβλήματα με τις ειδικές αίθουσες δικαστηρίων (δύο προς το παρόν) που βρίσκονται μέσα στις γυναικείες φυλακές.

Είναι εμφανές ότι η αλλαγή της αίθουσας δικαστηρίου από το Εφετείο στις φυλακές ήταν αποτέλεσμα συμψηφισμού των δύο παραπάνω λόγων. Απ΄τη μία η ελάχιστη δυνατόν έκθεση σε επίπεδο μεταγωγής και απ’ την άλλη το φακέλωμα όλων των αλληλέγγυων που θα επιλέξουν να μπουν στην αίθουσα.
Για εμάς η αίθουσα δεν κάνει την διαφορά, το δικαστήριο είναι εχθρικό έδαφος είτε βρίσκεται μέσα στις φυλακές, είτε στους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας. Και ακόμα κι αν η τακτική του φακελώματος εμποδίζει την φυσική παρουσία συντρόφων μέσα στην αίθουσα, κανείς και τίποτα δεν μπορεί να εμποδίσει την δύναμη που παίρνουμε από τις φωνές και τα συνθήματα όταν διαπερνάνε τους τοίχους της φυλακής, τις λαμαρίνες της κλούβας. Μία συγκέντρωση έξω απ’ τα δικαστήρια μπορεί να σπάσει την απομόνωση που επιδιώκουν. Εξάλλου για εμάς η επαναστατική αλληλεγγύη δεν περιορίζεται σε εκδηλώσεις συμπαράστασης που σχετίζονται με ένα δικαστήριο. Άλλωστε το δικαστήριο δεν είναι παρά ο χώρος που ο εχθρός επικυρώνει την νίκη του, είναι ο μηχανισμός αφομοίωσης της κατασταλτικής βίας στην δημοκρατική ιδεολογία. Ειδικά στην περίπτωση μας δεν νοείται κάποια υποτιθέμενη “άσκηση πίεσης” στους δικαστές για ελαφρύτερες ποινές.

Οι αποφάσεις είναι προειλλημένες. Και σίγουρα δεν είναι αυτό που μας ενδιαφέρει, εφόσον έχουμε εχθρική σχέση με τους δικαστές όχι γιατί στοχοποιούν εμάς, αλλά γιατί η δουλειά τους είναι να συνθλίβουν ανθρώπους κάτω από την μπότα της κρατικής εξουσίας. Η αλληλεγγύη είναι μία διαρκής σχέση.
Οι μορφές εκδήλωσης της ποικίλουν και συναντούν  το νόημά της σαν στιγμές επίθεσης στο σύστημα εξουσίας και προφανώς μία συγκέντρωση στο δικαστήριο μπορεί να είναι άλλη μία τέτοια στιγμή για όποιον το αισθάνεται, αλλά δεν είναι ούτε προυπόθεση ούτε μοναδική στιγμή της αλληλεγγύης.
Και το κυριότερο, η αλληλεγγύη με φυλακισμένους επαναστάτες δεν είναι μία στατιστική που αναμοχλεύται απ’ την επικαιρότητα, είναι ανάγκη, είναι συναίσθημα, είναι η συνειδητοποίηση της κοινότητας του αγώνα, με οποιοδήποτε μέσο επιλέξει κάθε σύντροφος να εκφράσει την αλληλεγγύη του, είτε με την παρουσία του έξω απ’ το δικαστήριο, είτε επιλέγοντας να επιτεθεί σε αναπαραστάσεις της κυριαρχίας με αφορμή τη δική μας δίκη.

Κλείνοντας, θέλουμε να κάνουμε ξεκάθαρο σε όλους ότι οι ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ που μας ενώνουν, τα κοινά μας οράματα για ελευθερία, τα ονειρά που σκαρώνουμε παρέα δεν πρόκειται να υπονομευτούν από κανενός τύπου διαχωρισμό όσον αφορά την στάση απέναντι στο δικαστήριο ή ακόμα των διαφορετικών κατηγοριών που βαραίνουν εμάς.
Το ότι κάποιοι από εμάς θα έχουν δικηγόρους σε αυτή τη δίκη για παράδειγμα ενώ κάποιοι άλλοι όχι, το ότι κάποιοι έχουν αναλάβει την ευθύνη της ληστείας ενώ κάποιοι άλλοι όχι δεν αποτελούν λόγο διάσπασης της κοινότητας αγώνα που μας κρατάει όρθιους πίσω απ’ τα τείχη.
Στο δικαστήριο αυτό η ουσία βρίσκεται στο ότι το κράτος και οι μηχανισμοί του δικάζουν αναρχικούς πολέμιους του συστήματος, αντιπάλους τους. Λιγότερη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο θα φροντίσουν να μας κρατήσουν αιχμάλωτους το περισσότερο δυνατό (βλέπε κατηγορίες). Κύριο μέλημα τους είναι η καταδίκη μας ως ΕΧΘΡΟΥΣ του συστήματος.

Απ’ την πλευρά μας δεν αναγνωρίζουμε κανένα δίπολο αθωότητας-ενοχής (ούτε σε αυτήν ούτε σε καμία δίκη αναρχικών αγωνιστών).

Είμαστε ένοχοι για τον κόσμο τους, ένοχοι για την “αθωοτητά” τους.

Η σκέψη και η καρδιά μας πλάι σε κάθε προσπάθεια που επιχειρεί να πολεμήσει την εξουσία.

ΛΥΣΣΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Φοίβος Χαρίσης, Αργύρης Ντάλιος, Γιάννης Μιχαηλίδης, Δημήτρης Μπουρζούκος, Δημήτρης Πολίτης, Νίκος Ρωμανός

το κείμενο σε μορφή pdf

Κείμενο αλληλεγγύης στους Τούρκους κομμουνιστές απεργούς πείνας

Κείμενο αλληλεγγύης στους Τούρκους κομμουνιστές απεργούς πείνας

  Από τις 24 Σεπτέμβρη οι Τούρκοι κομμουνιστές Erdogan Cakir, Ahmet Duzgun Yuksel, Hasan Biber, Mehmet Yaya πραγματοποιούν απεργία πείνας διεκδικώντας να μην εκδοθούν στα κράτη της Τουρκίας, Γαλίας και Γερμανίας, μετά από απόφαση της ελληνικής δικαστικής αρχής. Το κράτος της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια έχει προβεί σε αθρόες προσαγωγές και συλλήψεις Τούρκων και Κούρδων κομμουνιστών επί του εδάφους του. Η αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής του κράτους έχει ως αφετηρία την παράδοση του Ότσαλάν και φτάνει μέχρι τις πρόσφατες εκδόσεις αγωνιζόμενων από την Τουρκία, αφού αποχωρεί από το αμυντικό δόγμα, σύμφωνα με το οποίο η δράση τέτοιων οργανώσεων ή του PKK θα μπορούσαν να συμβάλλουν ως παράγοντες ασύμμετρου πολέμου στο εσωτερικό του Τουρκικού κράτους αποδυναμώνοντας ένα πιθανό εχθρό. Επίσης, οι αντιτρομοκρατικοί νόμοι που ανήκουν στη νομοθεσία της Ε.Ε. διευκολύνουν τη διακρατική κατασταλτική συνεργασία ενάντια σε αναρχικούς και κομμουνιστές αντάρτες πόλης, μαχητές αυτονομιστικών κινημάτων και Τζιχαντιστών του Ισλάμ. Από την ψήφιση της συνθήκης για το οργανωμένο έγκλημα και την τρομοκρατία στη Σικελία το 2001, τα ευρωπαικά κράτη ανταλάσσουν πλέον συστηματικά βάσεις δεδομένων παρακολούθησης όσων προαναφέραμε, ενώ συσκέπτονται τακτικά και συνεργάζονται οι εθνικές αντιτρομοκρατικές υπηρεσίες. Απέναντι σ’ αυτό το πλαίσιο διακρατικής καταστολής, στεκόμαστε αλληλέγγυοι στους απεργούς πείνας που συμπληρώνουν σχεδόν ένα μήνα αγώνα. Αν και προερχόμαστε από διαφορετικά θεωρητικά ρεύματα, αναγνωρίζουμε ένα κομμάτι του αγώνα τους ως και δικό μας. Στέλνουμε συντροφικούς χαιρετισμούς.

Μπάμπης Τσιλιανίδης, Αλέξανδρος Μητρούσιας, Γιώργος Καραγιαννίδης, Ανδρέας Δημήτρης, Μπουρζούκος, Δημήτρης Πολίτης, Γιάννης Μιχαηλίδης, Γρηγόρης Σαραφούδης